Σύμφωνα με τα άρθρα 69,70,74 επ. του ν. 4537/2018, που ενσωμάτωσε την οδηγία Ε.Ε.2015/2366 σε περίπτωση μεταφοράς κεφαλαίου από μη δικαιούχο

πρόσωπο λόγω απώλειας (στην έννοια αυτή εντάσσεται η απάτη), κλοπής ή

υπεξαίρεσης του μέσου πληρωμών, ο πελάτης της Τράπεζας (πληρωτής) δεν

δύναται να διεκδικήσει από την Τράπεζα το επίδικο χρηματικό ποσό ΜΟΝΟ

στην περίπτωση που έχει ενεργήσει με δόλο ως προς την μεταφορά αυτή

(ήτοι υφίσταται συμπαιγνία μεταξύ του πληρωτή και του φερόμενου τρίτου) και

στην περίπτωση που δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του άρθρου 69 με

δόλο ή με βαριά αμέλεια.

Αντιθέτως, στην περίπτωση που έχουν μεν

παραβιαστεί υπαιτίως οι υποχρεώσεις του άρθρου 69, πλην όμως με ελαφρά

αμέλεια, τότε ο πελάτης της Τράπεζας ευθύνεται μόνο έως του ποσού των

πενήντα (50) ευρώ. Τέλος, εάν δεν έχουν παραβιαστεί υπαιτίως οι ανωτέρω

υποχρεώσεις (διευκρινίζεται εκ του νόμου ότι η αδυναμία γνώσης της

απώλειας, κλοπής ή υπεξαίρεσης πριν την διενέργεια πράξης πληρωμής κατά

κανόνα οδηγεί στην μη υπαίτια παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης), ο

πελάτης της Τράπεζας δικαιούται το πλήρες κεφάλαιο που μεταφέρθηκε.

Τα ανωτέρω συμβαδίζουν και με τα όσα έχουν αναρτηθεί στον ιστότοπο της ΕΕ.

Συγκεκριμένα, με τίτλο “Απάτες που αφορούν κάρτες και πληρωμές”, ο

ευρωπαίος πολίτης πληροφορείται ότι “Οι κανόνες της ΕΕ περιορίζουν το

ποσό που μπορεί να σας ζητηθεί να πληρώσετε αν πέσετε θύμα απάτης

σχετικά με κάρτες ή πληρωμές – σε περίπτωση που η κάρτα σας ή ο

λογαριασμός σας χρεωθούν χωρίς την άδειά σας. Σε όλες τις περιπτώσεις, το

μόνο που μπορεί να σας ζητηθεί είναι να πληρώσετε το πολύ 50 ευρώ έναντι

του κόστους της δόλιας πληρωμής. Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου η

απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση χρημάτων έχει γίνει εν αγνοία σας (π.χ.

υποκλοπή του λογαριασμού σας, ή υποκλοπή και χρέωση της πιστωτικής σας

κάρτας εν αγνοία σας), δεν πρέπει να πληρώσετε τίποτα. Η τράπεζα ή ο

πάροχος της κάρτας πρέπει να καλύψουν όλο το κόστος. Ο κανόνας αυτός

ισχύει και στην περίπτωση που η ζημία προκλήθηκε από τραπεζικό

υπάλληλο”.

Ως προς την έννοια της βαριάς αμέλειας, ήδη η οδηγία ΕΕ

2015/2366 διευκρινίζει στην αιτιολογική της πρόταση ότι η ελαφρά αμέλεια

είναι η “κανονική” αμέλεια και ότι απαιτούνται ειδικές περιστάσεις για να

διαγνωσθεί η ύπαρξη βαριάς αμέλειας, όπως η φύλαξη των διαπιστευτηρίων

για την έγκριση της πράξης πληρωμής δίπλα στο μέσο πληρωμής.

Συγκεκριμένα, η αιτιολογική έκθεση διαλαμβάνει τα ακόλουθα (σημείο 72):

“Για να εκτιμηθεί αν υπάρχει αμέλεια ή βαριά αμέλεια του χρήστη υπηρεσιών

πληρωμών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις. Τα

αποδεικτικά στοιχεία και ο βαθμός της καταγγελλόμενης αμέλειας θα πρέπει

να αξιολογούνται βάσει του εθνικού δικαίου. Ωστόσο, ενώ η έννοια της

αμέλειας συνεπάγεται παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, με τον όρο

βαριά αμέλεια θα πρέπει να νοείται κάτι βαρύτερο από την απλή αμέλεια, που

θα αφορά μορφές συμπεριφοράς που παρουσιάζουν σημαντικό βαθμό

έλλειψης επιμέλειας, παραδείγματος χάριν η περίπτωση όπου τα

διαπιστευτήρια που χρησιμοποιούνται για την έγκριση πράξης πληρωμής

φυλάσσονται δίπλα στο μέσο πληρωμής κατά τρόπο ανοικτό και ευχερώς

ανιχνεύσιμο από τρίτους. Οι συμβατικοί όροι και οι όροι παροχής και χρήσης

ηλεκτρονικού μέσου πληρωμών που θα συνεπάγονταν αύξηση του βάρους

της απόδειξης έναντι του καταναλωτή ή μείωση του βάρους της απόδειξης

έναντι του εκδότη, θα πρέπει να θεωρούνται άκυροι. Εξάλλου, σε ειδικές

περιπτώσεις και ιδίως στις περιπτώσεις όπου το μέσο πληρωμής δεν είναι

παρόν στο σημείο πώλησης, όπως στην περίπτωση των ηλεκτρονικών

πληρωμών, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τον πάροχο υπηρεσιών

πληρωμών να παρέχει αποδείξεις της καταγγελλόμενης αμέλειας, δεδομένου

ότι τα μέσα που διαθέτει ο πληρωτής είναι πολύ περιορισμένα σε αυτές τις

περιπτώσεις”. Περαιτέρω, για την ειδικότερη διευκρίνιση της βαριάς αμέλειας

σε περίπτωση απάτης, κρίσιμο είναι εάν εφαρμόζεται σύστημα ισχυρής

ταυτοποίησης (άρθρο 96 ν. 4537/2018). Δεδομένου ότι στην ισχυρή

ταυτοποίηση απαιτείται πάντοτε διαδικασία δύο σταδίων, βαρεία αμέλεια θα

νοείται, κατά κανόνα, μόνο στην περίπτωση που ο εξαπατηθείς πληρωτής

παράσχει στους δράστες της απάτης τα απαιτούμενα μέσα και των δύο

σταδίων (π.χ. όνομα χρήστη και κωδικό αφενός, ΟΤΡ για μεταφορά

κεφαλαίου αφετέρου).

Άννα Σ. Σαρηγιαννίδου, δικηγόρος.

Leave a Reply

Your email address will not be published.